I will lie in this morning because I was out celebrating my birthday yesterday evening.
The newlyweds loved to lie in on Sunday mornings.
Θα κοιμηθώ μέχρι αργά σήμερα το πρωί, γιατί χτες το βράδυ βγήκα για τα γενέθλιά μου. // Οι νιόπαντροι απολάμβαναν να κοιμούνται μέχρι αργά τις Κυριακές.
sleep aroundvi phrasal
informal (have casual sex) (με άντρες)
πάω με τον ένα και με τον άλλο έκφρ
(με γυναίκες)
πάω με τη μία και με την άλλη έκφρ
(προσβλητικό: και για τα 2 φύλα)
πηδιέμαι δεξιά και αριστερά έκφρ
I have no more respect for guys who sleep around than for women who do.
sleep invi phrasal
(get up late)
κοιμάμαι μέχρι αργά περίφρ
It's Saturday, so I don't have to get up for work. I can sleep in.
Είναι Σάββατο κι έτσι δεν χρειάζεται να σηκωθώ για δουλειά. Μπορώ να κοιμηθώ μέχρι αργά.
sleep [sth] offvtr phrasal sep
informal (recover from by sleeping) (από κάτι)
κοιμάμαι για να συνέλθω περίφρ
(κάτι)
κοιμάμαι για να μου περάσει περίφρ
He had a lot to drink last night, and is still sleeping it off.
sleep outvi phrasal
(sleep away from home)
κοιμάμαι εκτός σπιτιού έκφρ
sleep outvi phrasal
(sleep away from place of employment)
κοιμάμαι εκτός του χώρου εργασίας έκφρ
(π.χ. σε σπίτι όπου δουλεύω)
δεν μένω μέσα έκφρ
sleep overvi phrasal
informal (spend the night at [sb]'s house)
κοιμάμαι στο σπίτι κάποιου άλλου περίφρ
Liz didn't want to drive home in the dark, so she asked Dan if she could sleep over.